πτωχοπρόδρομος

πτωχοπρόδρομος
ο
1) нытик; 2) крохобор (об учёном)

Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Нужно сделать НИР?

Смотреть что такое "πτωχοπρόδρομος" в других словарях:

  • πτωχοπρόδρομος — Ο ήρωας των πτωχοπροδρομικών (προδρομικών) ποιημάτων ή και ο ποιητής τους. * * * ο, Ν ως προσηγ. 1. άνθρωπος μεμψίμοιρος, γκρινιάρης, παραπονιάρης, μουρμούρης, κλαψιάρης, κλαψομοίρης 2. άνθρωπος, και ιδίως λόγιος, που ασχολείται με μηδαμινά και… …   Dictionary of Greek

  • Πτωχοπρόδρομος — ο παρατσούκλι του Βυζαντινού ποιητή Θεόδωρου Πρόδρομου …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • αγιοζούμι — Ζουμί με αλεύρι και λίγο λάδι, που προσφέρεται ως τροφή στους δόκιμους μοναχούς. Στη βυζαντινή εποχή α. έλεγαν ένα φαγητό που περιείχε πολλά κρεμμύδια και το οποίο παρασκεύαζαν στα μοναστήρια κάθε Τετάρτη και Παρασκευή. Το α. αναφέρει και ο… …   Dictionary of Greek

  • πτωχοπροδρομισμός — ο, Ν 1. η ιδιότητα που αρμόζει στον Πτωχοπρόδρομο, προσωνυμία που δόθηκε στον ποιητή τού 12ου αιώνα Θεόδωρο Πρόδρομο λόγω τού χαρακτήρα του, μεμψιμοιρία, γκρίνια, κλάψα, μουρμούρα 2. δουλοπρέπεια, ραγιαδισμός. [ΕΤΥΜΟΛ. < Πτωχοπρόδρομος +… …   Dictionary of Greek

  • φτωχοπρόδρομος — Βυζαντινός ποιητής του 12ου αι. Bλ. λ. Πρόδρομος, Θεόδωρος. * * * ο, Ν πτωχοπρόδρομος …   Dictionary of Greek

  • φτωχός — ή, ό / πτωχός, ή, όν, ΝΜΑ, θηλ. και ός Α 1. αυτός που στερείται τα απαραίτητα για τη ζωή, που ζει στη φτώχεια 2. αυτός που έχει ανεπαρκείς πόρους ζωής, πενιχρά οικονομικά μέσα (α. «έγινε έρανος για τους φτωχούς» β. «καὶ πολλοὶ πλούσιοι ἔβαλλον… …   Dictionary of Greek

  • Ελλάδα - Γραμματεία και Λογοτεχνία — ΑΡΧΑΙΑ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΙΣΤΟΡΙΟΓΡΑΦΙΑ H λέξη ιστορία συνδέεται ετυμολογικά με τη ρίζα Fιδ , η οποία σημαίνει «βλέπω», και υπό αυτή την έννοια ιστορία είναι η αφήγηση που προκύπτει από έρευνα βασισμένη στην προσωπική παρατήρηση. Τα κείμενα των αρχαίων… …   Dictionary of Greek

  • φτωχοπρόδρομος — ο 1. λόγιος που μιλά για τα βάσανα της φτώχειας του και εκλιπαρεί τη βοήθεια γνωρίμων και πλουσίων (όπως έκανε στον 11ο αι. ο βυζαντινός ποιητής Θεόδωρος Πρόδρομος, που ονομάστηκε γι’ αυτό Πτωχοπρόδρομος). 2. μτφ., άνθρωπος γκρινιάρης …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»